EFHMERIS

Tuesday, July 2, 2019

Ο πρέσβης Γιώργος Βέης στον Κόλπο του Δρακου: 200 Χιλ. από το Ανόϊ


Ο πρεσβευτής και ποιητής
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Στον Κόλπο του Δράκου: διακόσια χιλιόμετρα από το Ανόι


Δύ­σκο­λο να πα­ραι­τη­θώ από τις ει­κό­νες –Φι­λίπ Ζα­κο­τέ
H συ­νο­λι­κή επι­φά­νεια του Ha Long Bay ή του Κόλ­που του Δρά­κου, όπως θα με­τα­φρά­ζα­με πρό­χει­ρα στη γλώσ­σα μας, κα­λύ­πτει πε­ρί τα χί­λια πε­ντα­κό­σια τε­τρα­γω­νι­κά χι­λιό­με­τρα. Απέ­χει δια­κό­σια πε­ρί­που χι­λιό­με­τρα ανα­το­λι­κά από το Ανόι. Χί­λια οχτα­κό­σια και πλέ­ον νη­σιά ξε­φυ­τρώ­νουν εκεί, το ένα αρ­κε­τά κο­ντά στο άλ­λο, κα­θι­στώ­ντας την πε­ριο­χή επι­σή­μως ένα από τα λε­γό­με­να νε­ώ­τε­ρα εφτά θαύ­μα­τα του κό­σμου. Ανή­κει άλ­λω­στε στις το­πο­θε­σί­ες εκεί­νες που έχει θέ­σει ο ορ­γα­νι­σμός της UNESCO υπό την προ­στα­σία του, ήδη από το 1994, στο πλαί­σιο του γνω­στού προ­γράμ­μα­τος της «δια­τή­ρη­σης της πα­γκό­σμιας κλη­ρο­νο­μιάς». Σύμ­φω­να με την επι­κρα­τού­σα δο­ξα­σία, τα νη­σιά συ­να­πο­τε­λούν όλα τα σω­τή­ρια εκεί­να υπερ­δια­μά­ντια που ξέ­ρα­σε ο πι­στός σύμ­μα­χος Δρά­κος του Κόλ­που, με τη δέ­ου­σα ορ­μή την κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή, για να απω­θή­σει τους εχθρούς που ει­σέ­βα­λαν κά­πο­τε στο Βιετ­νάμ. Υπάρ­χει και μια άλ­λη κα­τα­γω­γι­κή πα­ραλ­λα­γή, η οποία θέ­λει να πι­στέ­ψου­με ότι πρό­κει­ται για τους ίδιους τους ακί­νη­τους γό­νους μιας προ­στά­τι­δας Δρά­και­νας, η οποία, αντί για οτι­δή­πο­τε άλ­λο, γέν­νη­σε τε­ρά­στιους βρά­χους. Πά­ντως εδώ ητ­τή­θη­καν δια­δο­χι­κά οι στό­λοι των Κι­νέ­ζων, τρεις φο­ρές συ­νο­λι­κά κα­τά την αρ­χαιό­τη­τα, αλ­λά και των Μογ­γό­λων, το 1288, όταν αμ­φό­τε­ροι δο­κί­μα­σαν να απο­βι­βά­σουν στρα­τεύ­μα­τα στη μη­τρώα βιετ­να­μέ­ζι­κη γη.             
Συ­γκε­ντρώ­νο­ντας το δι­καιο­λο­γη­μέ­νο εν­δια­φέ­ρον εκα­το­ντά­δων χι­λιά­δων επι­σκε­πτών κά­θε χρό­νο, αυ­τό το νη­σιω­τι­κό σύ­μπλεγ­μα συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στα εμ­βλή­μα­τα της γε­ω­γρα­φι­κής φυ­σιο­γνω­μί­ας της χώ­ρας. Το σχή­μα κα­θο­ρί­ζει σε με­γά­λο βαθ­μό το όνο­μα των βρα­χο­νη­σί­δων και των υπο­λοί­πων προ­ε­ξο­χών της γης. Άλ­λη μια φο­ρά η φα­ντα­σία συμ­με­τέ­χει πρό­θυ­μα στην ολο­κλή­ρω­ση του έρ­γου μιας εντυ­πω­σια­κής αλ­λη­λου­χί­ας γε­ω­φυ­σι­κών προ­σαρ­μο­γών. Ανα­φέ­ρω τις εξής εν­δει­κτι­κές βα­φτι­στι­κές δη­λώ­σεις: ο Κύ­ων, η Χε­λώ­να, ο Πα­πα­γά­λος, οι Πε­τει­νοί που μα­λώ­νουν, η Αν­θρω­πο­κε­φα­λή, η Σέ­λα του Αλό­γου, η Μη­τέ­ρα και ο Γιος που χαι­ρε­τούν τον Πα­τέ­ρα, οι Πύ­λες που ανοί­γουν στον Ου­ρα­νό, ο Πε­λε­κά­νος. Μό­νο ένα τρί­το των νη­σιών δια­θέ­τει προς το πα­ρόν όνο­μα. Τα υπό­λοι­πα φαί­νε­ται να πε­ρι­μέ­νουν στη σει­ρά την έμπνευ­ση των αρ­χών ή την ευ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα κά­ποιων προ­σφυών κα­τοί­κων για να πά­ρουν μέ­ρος στο παι­χνί­δι της ατε­λεύ­τη­της και πο­λυ­μή­χα­νης ονο­μα­το­ποι­ί­ας. Δύο από όλα αυ­τά κα­τοι­κού­νται. Μά­λι­στα το ένα ονο­μά­ζε­ται Ποί­η­μα. Οι πη­γές των ιστο­ρι­κών μάς βε­βαιώ­νουν ότι ο βα­σι­λιάς Le Thanh Tong, ένα με­ση­μέ­ρι του όχι τό­σο μα­κρι­νού 1464, διέ­τα­ξε τον γραμ­μα­τέα του να σκα­λί­σει σε έναν ει­σα­γω­γι­κό βρά­χο του νη­σιού τους στί­χους του, που μό­λις προ ολί­γου εί­χε συν­θέ­σει.
Ού­ριες οι λέ­ξεις. Δεν προ­πο­ρεύ­ο­νται, ακο­λου­θούν για την ώρα τις μα­τιές μας. Συμ­φι­λιώ­νο­νται γρή­γο­ρα με το πε­ρι­βάλ­λον. Συ­νε­πείς, υπά­κου­ες. Φτά­νουν ως τα πράγ­μα­τα. Τ’ ακου­μπούν μά­λι­στα, αλ­λά δεν ενο­χλούν. Η αί­σθη­ση του αβα­ρούς: το συ­γκε­κρι­μέ­νο αί­σθη­μα αυ­τών των συ­ντε­ταγ­μέ­νων. Η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ένα κα­λά το­νι­σμέ­νο φω­νή­εν, ένα πρό­σφο­ρο σύμ­φω­νο. Ο και­ρός λες μια κλεί­δα αγα­θών στιγ­μών. Μπο­ρεί σε κά­ποια στρο­φή της ημέ­ρας o κό­σμος που σκε­φτό­μα­στε να εί­ναι, άρα­γε, ο κό­σμος που μέ­σα του ζού­με; Σε αντί­θε­ση με ό,τι, π.χ., φρο­νού­σε ο Γκα­στόν Μπα­σε­λάρ; Υπάρ­χει ακό­μη στην ατμό­σφαι­ρα, όπως φαί­νε­ται, ένα υπο­λο­γί­σι­μο από­θε­μα της κα­λής τύ­χης, της εύ­νοιας που φέρ­νει τους ναυα­γούς μό­νο στα σω­στά κύ­μα­τα.
*
Το όνο­μα προ­έ­χει. Άλ­λω­στε ως ρη­τή βα­φτι­στι­κή δή­λω­ση πε­ρι­φρου­ρεί την αξία της εθνι­κής φύ­σης. Εί­ναι η αδια­πραγ­μά­τευ­τη συν­θή­κη ιδιο­κτη­σί­ας, η οποία προ­έρ­χε­ται από την εν­δο­χώ­ρα της κα­θα­ρής επι­νό­η­σης. Αν και δεν εί­ναι δυ­να­τόν να ακυ­ρω­θεί ως κρα­τι­κή υπό­θε­ση, ως οντό­τη­τα αλή­θειας, η ανω­νυ­μία του νη­σιού ισού­ται με βά­σκα­νο. Η φα­ντα­σία σπεύ­δει να διεκ­δι­κή­σει για λο­γα­ρια­σμό της το άπαν του πέ­τρι­νου όγκου. Το όνο­μα της βρα­χο­νη­σί­δας εί­ναι το καύ­χη­μα του φα­ντα­σια­κού, κα­θώς με­τα­τρέ­πε­ται σε άμε­ση φυ­λε­τι­κή πρα­κτι­κή. Τα πά­ντα, εκτός από τον Θεό, δη­λα­δή τη Φύ­ση, εί­ναι πα­ρο­δι­κά και χά­νο­νται σε απλά συμ­βε­βη­κό­τα και τρο­πο­ποι­ή­σεις. Το πρω­τεύ­ον, θυ­μί­ζω, δί­δαγ­μα του Σπι­νό­ζα. Γι’ αυ­τό ακρι­βώς και τα νη­σιά, ως κυ­ριο­λε­κτι­κές εκ­φρά­σεις, ως ρε­α­λι­στι­κά μνη­μεία κει­μέ­νων, δη­λώ­νουν στα­θε­ρά μη ροή, μη με­τα­φο­ρά.
Η διαύ­γεια πε­ρισ­σό­τε­ρο από πο­τέ συ­νε­πί­κου­ρη. Πα­ρά την έντα­ση των όσων έχουν εμ­φι­λο­χω­ρή­σει με την πά­ρο­δο του χρό­νου στο το­πίο, οι γραμ­μές πα­ρα­μέ­νουν ανέ­πα­φες. Αφη­γού­νται νη­νε­μία. Το πα­ρόν, εύ­πλα­στο υλι­κό από αλ­λε­πάλ­λη­λα σή­μα­τα πα­ρα­δί­δε­ται αμα­χη­τί. Το ζυ­μά­ρι από εντυ­πώ­σεις μιας θη­τεί­ας στην Ιν­δο­κί­να πλά­θε­ται στους ρυθ­μούς της ανά­σας μου. Οι εμπει­ρι­κές συ­γκυ­ρί­ες εί­ναι από θαυ­μα­σμό και επί­γνω­ση. Υπει­σέρ­χο­μαι στις λε­πτο­μέ­ρειες του χώ­ρου. Ερευ­νώ οτι­δή­πο­τε προ­φταί­νει τον νου μου. Ανα­κε­φα­λαιώ­νο­ντας όψεις, συ­ντη­ρώ επι­φά­νειες αι­σθή­σε­ων. Το τώ­ρα ισού­ται με μιαν απή­χη­ση βά­θους.
Πα­ρά την ορ­γή, την οποία συσ­σώ­ρευ­σαν τα γνω­στά γε­γο­νό­τα του προη­γού­με­νου αιώ­να, οι Βιετ­να­μέ­ζοι δια­τη­ρούν το πλε­ο­νέ­κτη­μα του αιφ­νι­δια­σμού: πα­ρα­μέ­νουν προ­ση­νείς, δεί­χνουν ανε­ξί­κα­κοι, επι­λή­σμο­νες όχι βέ­βαια, αλ­λά ήρε­μοι, φο­ρείς μιας δι­καιο­σύ­νης. Συ­νά­ντη­σα πολ­λούς τρί­τους που έζη­σαν και ερ­γά­στη­καν στη χώ­ρα τους, δια­τη­ρώ­ντας τις κα­λύ­τε­ρες των εντυ­πώ­σε­ων από τις επα­φές με τους γη­γε­νείς. Βέ­βαια υπάρ­χει και η άλ­λη όψη, η εσω­τε­ρι­κή ή εκεί­νη που επι­φυ­λάσ­σουν σε άλ­λες στιγ­μές του επι­κοι­νω­νια­κού δού­ναι και λα­βείν. Απο­μο­νώ­νω για λό­γους δε­ο­ντο­λο­γί­ας με­ρι­κές φρά­σεις από το μυ­θι­στό­ρη­μα του John Sandford, Heat Lightning, όπου απο­δί­δε­ται μια πιο σφαι­ρι­κή άπο­ψη. Η συ­νύ­παρ­ξη δύο δρά­σε­ων, η εναλ­λα­γή των θε­τι­κών και των αρ­νη­τι­κών προ­σή­μων, οι ακραί­ες, ενα­ντιω­μα­τι­κές ρο­πές των «απρο­γραμ­μά­τι­στων» εκ­δη­λώ­σε­ων στη σκη­νή του βί­ου, οι τρό­ποι ενός φαι­νο­με­νι­κά εύ­θραυ­στου, ετοι­μόρ­ρο­που λες σώ­μα­τος σε αντι­πα­ρά­θε­ση με τη λαν­θά­νου­σα δύ­να­μη των σχε­δόν αδή­λων, πά­ντως στι­βα­ρό­τα­των μυών συ­μπλη­ρώ­νουν το πλέγ­μα των εναλ­λα­γών της συ­μπε­ρι­φο­ράς. Κα­τά λέ­ξη, όπως τα εν­νο­εί το πρω­τό­τυ­πο: “Sinclair ran his tongue over his lower lip, then shook his head. I’ve worked with the Vietnamese for a long time. They can be a subtle bunch of people and they know how to nurse a grudge. On the other hand, they can be the biggest bunch of homeboy hicks that you could imagine”.
Τα απρό­βλε­πτα εξο­γκώ­μα­τα, οι προ­βο­λές των πα­νύ­ψη­λων βρά­χων, οι εξο­χές. Κά­ποιοι κώ­νοι με θαυ­μα­στή, ανυ­πό­τα­κτη βλά­στη­ση να σέρ­νε­ται πά­νω τους, να θέ­λει να τους στε­φα­νώ­σει από πα­ντού. Αυ­τές οι εμ­μο­νές της γης, θαυ­μα­στι­κά, κα­τα­κό­ρυ­φοι όγκοι να ξε­προ­βάλ­λουν εδώ κι εκεί, να μας θυ­μί­ζουν ότι δεν τα έχει σκε­πά­σει ακό­μη όλα το πέ­λα­γος. Επί­μο­νη στί­ξη ενός απέ­ρα­ντου, ανοι­κτού μη­νύ­μα­τος ναυ­τί­λων και ψα­ρά­δων. Οι πέ­τρες σύ­ντρο­φοι της έμπνευ­σης μιας φύ­σης γλυ­πτι­κής. Η επί­κλη­ση του Γουά­λας Στή­βενς στις «Δο­ξα­σί­ες του κα­λο­και­ριού» ακού­γε­ται τό­σο κα­θα­ρά ξαφ­νι­κά. Ας τη μοι­ρα­στού­με, ανα­γνώ­στες: «Ο βρά­χος δεν κομ­μα­τιά­ζε­ται. Εί­ναι η αλή­θεια / Ορ­θώ­νε­ται απ’ τη γη και τη θά­λασ­σα και τις σκε­πά­ζει…»
Ένας θύ­λα­κας αν­θρώ­πων ανά­με­σα στους βρά­χους. Πλω­τό ψα­ρο­χώ­ρι. Το πρώ­το που συ­να­ντά­με με­τά από μια ώρα πε­ρί­που από τό­τε που αφή­σα­με την ακτή. Η βάρ­κα μας πε­ρι­φέ­ρε­ται για λί­γο ανά­με­σα από τις εξέ­δρες που σφύ­ζουν από ζωή. Νε­ο­γέν­νη­τα παι­διά στις φα­σκιές τους, άλ­λα με­γα­λύ­τε­ρα παί­ζουν τε­λεί­ως αμέ­ρι­μνα με τα σκυ­λιά τους. Οι γο­νείς τους που­λά­νε ψά­ρια, επι­ζούν κο­ντά στους βρά­χους, μια προ­έ­κτα­ση των βυ­θών οι σκιές τους στις τέ­ντες, στα χω­ρί­σμα­τα από πλα­στι­κό, τα οποία ορί­ζουν μα­θη­μα­τι­κά τον υδρό­βιο χώ­ρο τους, τις πε­ριου­σί­ες μιας πα­τρώ­ας αλιεί­ας. Στο βά­θος αντα­πο­κρί­νε­ται η Κί­να, η νή­σος Χαϊ­νάν. Δεν εί­ναι βε­βαί­ως ορα­τή από εδώ που βρί­σκο­μαι αυ­τήν τη στιγ­μή. Αλ­λά τη βρί­σκει αμέ­σως στον και­νούρ­γιο, ατσα­λά­κω­το χάρ­τη το δά­χτυ­λό μου, κα­θώς ξε­μα­κραί­νει λί­γο προς τα δε­ξιά από τον Κόλ­πο του Δρά­κου. Ο αφρός της θέ­ας έρ­χε­ται προς το μέ­ρος μου. Με κα­θη­συ­χά­ζει ένα γί­γνε­σθαι, που μπο­ρεί, σαν πα­ντο­δύ­να­μο και μυ­στη­ρια­κό που εί­ναι, να με­τα­τρα­πεί σε κα­τα­στρο­φι­κή θύ­ελ­λα.
Βρέ­θη­καν δύο ολό­κλη­ρες ώρες, ευ­τυ­χώς. Επι­σκέ­ψεις σε δύο θα­λασ­σι­νές σπη­λιές. Ιδιαί­τε­ρα φρο­ντι­σμέ­νες. Χα­μη­λοί φω­τι­σμοί, ασφα­λή σκα­λο­πά­τια. Μας υπο­δέ­χε­ται ο χρό­νος στα­λα­κτί­της. Οι αλ­λε­πάλ­λη­λες, οι νη­φά­λιες κρυ­σταλ­λώ­σεις απεί­ρων στιγ­μών. Ο χρό­νος, το αλά­τι του στα­λαγ­μί­τη. Ο οδη­γός μας, ένας ήρε­μος χει­ρι­στής πα­τρι­δο­γνω­σί­ας, με στρω­τά αγ­γλι­κά, μας αφή­νει συ­χνά να μα­ντέ­ψου­με για λί­γο τι ακρι­βώς ανα­πα­ρι­στούν διά­φο­ροι συν­δυα­σμοί των απο­λι­θω­μά­των της έκ­φρα­σης. Στην αρ­χή εί­ναι δύ­σκο­λο να εντο­πί­σου­με ανά­με­σα στις σκιές κά­τι το σα­φές, π.χ. το πρό­σω­πο μιας νέ­ας γυ­ναί­κας, το κε­φά­λι και την πλού­σια χαί­τη ενός αλό­γου ή το σώ­μα ενός παι­διού που ψα­ρεύ­ει. Με­τά τις πρώ­τες υπο­δεί­ξεις του συ­νο­δού μας, η εξοι­κεί­ω­ση με τις μορ­φές αυ­τών των τυ­χαιο­τή­των της γλυ­πτι­κής κα­θί­στα­ται υπό­θε­ση κα­λής θέ­λη­σης. Μια σει­ρά αμοι­βαί­ων διεισ­δύ­σε­ων των πλα­σμά­των που γέν­νη­σε η γε­ω­φυ­σι­κή τέ­χνη και του εαυ­τού εξοι­κο­νο­μεί ένα πε­δίο αι­σθη­τι­κών πραγ­μα­τώ­σε­ων ανώ­τε­ρης ποιό­τη­τας. Μά­τι, κα­λο­προ­αί­ρε­τη όρα­ση και δια­δο­χι­κά αντι­κεί­με­να ξαφ­νι­κά δεί­χνουν ότι συμ­φω­νούν ανε­πι­φύ­λα­κτα, εξου­δε­τε­ρώ­νο­ντας πι­θα­νές αντι­φά­σεις, αντιρ­ρή­σεις και δυ­σκο­λί­ες πρό­σλη­ψης. Ναι, πράγ­μα­τι σ’ εκεί­νη τη γω­νία κρέ­με­ται, έτοι­μος ν’ απο­σπα­σθεί και να αιω­ρη­θεί πά­νω από τα κε­φά­λια μας, ένας θα­λασ­σα­ε­τός. Ή μή­πως εί­ναι δαί­μο­νας με­ταμ­φιε­σμέ­νος σε γε­ρά­κι; Κι εκεί­νη η καλ­λο­νή εί­ναι άρα­γε μια επι­τό­πια Ευ­ρυ­δί­κη που επι­στρέ­φει ορι­στι­κά στο ημί­φως του παν­θέ­ου, που ευ­δο­κι­μεί τό­σο πα­ρα­στα­τι­κά στον συ­γκε­κρι­μέ­νο πέ­τρι­νο θό­λο; Εν τέ­λει πρό­κει­ται για έρ­γα της σκέ­ψης μας, για λε­κτι­κές λάμ­ψεις ή για έρ­γα αυ­το­τε­λή των σπη­λαί­ων και μό­νο; Έχει υπο­στη­ρι­χθεί ότι «όταν λέ­με αυ­τό που βλέ­που­με μα­ταιο­πο­νού­με, διό­τι αυ­τό που βλέ­που­με δεν ενοι­κεί πο­τέ σ’ αυ­τό που λέ­με, και γι’ αυ­τό όσο κι αν πα­ρου­σιά­ζου­με με ει­κό­νες, με­τα­φο­ρές, συ­γκρί­σεις αυ­τό που λέ­με, ο τό­πος στον οποίο ακτι­νο­βο­λούν δεν εί­ναι ίδιος μ’ αυ­τό που δια­νοί­γουν τα μά­τια, αλ­λά ο τό­πος που ορί­ζουν οι ακο­λου­θί­ες της σύ­ντα­ξης». Μπο­ρεί ο Μι­σέλ Φου­κώ να επι­βε­βαιώ­νε­ται και σε αυ­τή την πε­ρί­πτω­ση, αλ­λά η ψευ­δαί­σθη­ση της ακρι­βο­δί­και­ης από­δο­σης των προ­φα­νών ή πι­θα­νό­τα­των τί­τλων σε αυ­τές τις προ­τά­σεις από πέ­τρα πα­ρα­μέ­νει ό,τι πιο συ­ναρ­πα­στι­κό δώ­ρο μάς επι­φυ­λάσ­σει η πα­ρα­μο­νή στο εσω­τε­ρι­κό της δη­μιουρ­γι­κής σπη­λιάς.
Η άχνα του απο­γεύ­μα­τος λί­γο προ­τού γί­νει κι αυ­τό ένα ακό­μη χνού­δι ανά­μνη­σης. Η αυ­θαι­ρε­σία των υπο­χρε­ώ­σε­ών μου ανα­γκά­ζει το δρο­μο­λό­γιο να συ­ντμη­θεί κα­τά πο­λύ. Μπαί­νω στο λε­ω­φο­ρείο της επι­στρο­φής ως συ­νε­πής λει­τουρ­γός μιας τα­κτι­κής υπο­χώ­ρη­σης. Αφή­νω πί­σω μου τον Κόλ­πο του Δρά­κου με έκ­δη­λη αμη­χα­νία. Με τις νό­τες της τε­λευ­ταί­ας μα­τιάς κα­τα­κυ­ρώ­νο­μαι, το ξέ­ρω, στους ευ­πει­θέ­στε­ρους των νο­σταλ­γών.

ΒΙ­ΒΛΙΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑ ΠΑ­ΡΑ­ΘΕ­ΜΑ­ΤΩΝ
Γουά­λας Στί­βενς, Adagia, μτ­φρ. Χά­ρης Βλα­βια­νός, εκδ. Νε­φέ­λη 1999
Μι­σέλ Φου­κώ, Οι λέ­ξεις και τα πράγ­μα­τα, μια αρ­χαιο­λο­γία των επι­στη­μών του αν­θρώ­που, μτ­φρ. Κω­στής Πα­πα­γιώρ­γης, εκδ. Γνώ­ση 2008
Philippe Jaccottet, Κα­πνός και κρύ­σταλ­λο, Ποι­ή­μα­τα 1946-1967, ει­σα­γω­γή: Jean Starobinski, με­τά­φρα­ση-επί­με­τρο: Θα­νά­σης Χα­τζό­που­λος, εκ­δό­σεις Τυ­πω­θή­τω - Γιώρ­γος Δαρ­δα­νός 2006
John Sanford, Heat Lighting, εκδ. G.P. Putnam's Sons 2008

1 comment: