Showing posts with label Γιωργος Βέης. Show all posts
Showing posts with label Γιωργος Βέης. Show all posts

Saturday, September 10, 2011

Μαθήματα γιουκαλίλι - Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ*


Ο Γιώργος Βέης ειναι ποιητής,κριτικός και διπλωμάτης(πρέσβυς στη Τζιακάρτα).
«Οσοι έκαναν τον γύρο του κόσμου
έχουν τη δυνατότητα να μιλάνε ένα
 τέταρτο της ώρας περισσότερο».
Ζυλ Ρενάρ


Αν όντως «η ποίηση (δυστυχώς) είναι υπόθεση των τόπων και όχι των ανθρώπων», όπως ισχυρίστηκε ο μεγάλος αμερικανός ποιητής Ουάλας Στίβενς, τότε ο δάσκαλος του γιουκαλίλι από τον Καναδά Τζέιμς Χιλ, ο οποίος κλήθηκε εδώ λίγες βδομάδες πριν, για να δείξει, αλλά και να διδάξει ένα μέρος της τέχνης του σε ειδικά σεμινάρια, τα οποία οργανώθηκαν γι' αυτόν ακριβώς το σκοπό, απευθυνόμενα και στο ευρύτερο κοινό, εξυπηρετεί κατ' αρχήν την ποιητική που αναδεικνύει με το δικό του τρόπο το ίδιο το σιγκαπουριανό καταπίστευμα στο σύνολό του και όχι τόσο τις ανάγκες των επίδοξων ασιατών μαθητών του.
Ανάλογα ισχύουν και για τους μουσικούς Τζέισον Μραζ και Κόλμπι Κέιλατ, οι οποίοι υποστηρίζουν με το παράδειγμά τους την κίνηση πολιτών της Σιγκαπούρης «Ας πάρουμε στα σοβαρά την τέχνη του γιουκαλίλι». Πιστεύω ότι η βαθύτερη έλξη, την οποία ασκεί διαρκώς το συγκεκριμένο τοπίο, αρκεί για να ενεργοποιήσει το ένα μετά το άλλο τα ποικίλα αντανακλαστικά τρίτων, στους οποίους βεβαίως συγκαταλέγονται και οι ανά την υφήλιο υποστηρικτές της μουσικής αυτού του τετράχορδου με την τόσο ιδιαίτερη, λυρική, ελαφρώς μπαρόκ, αλλά πάντως όχι γλυκανάλατη λαλιά. Το ερώτημα θα μπορούσε ασφαλώς να διατυπωθεί με τον τρόπο που θα επιθυμούσε πάνω-κάτω ο Νίκος Εγγονόπουλος, προκειμένου να τονιστεί το θετικά εκκωφαντικό στοιχείο, το οποίο συνέχει τις ανεξάντλητες υφολογικές αναμείξεις, οι οποίες εντοπίζονται πολύ εύκολα εδώ, σε κάθε όψη του πολιτιστικού μαγειρείου: Τι θέλει λοιπόν το γιουκαλίλι του Τζέιμς Χιλ στη Σιγκαπούρη των τροπικών μελωδιών; Φτάνει έως αυτές τις παραλίες, σ' αυτά τα αλσύλλια, ένας αέρας μουσικής από κάπου πολύ μακριά. Από τα βόρεια δυτικά των αγγλοσαξόνων αοιδών. Ή από τα βόρεια ανατολικά του Ειρηνικού Ωκεανού. Από τα υβριδικά νησιά Σάντουιτς, την ανύπνωτη Χαβάη, για παράδειγμα, όπου το γιουκαλίλι γνώρισε και γνωρίζει ημέρες μεγάλης δόξας. Κι ο αέρας αυτός πνέει, αναπαράγει, καλλιεργεί τον εαυτό, διασώζει τα φαινόμενα, συνεγείρει τις πτυχές του φαντασιακού. Χωρίς να είναι δέσμιος των κανόνων της εκφοράς του, ο αέρας της μουσικής, αυτή η άδολη τροφός, σέβεται προ παντός τον διάκοσμο. Βεβαίως μας έχει καταδείξει προ πολλού ο Ιμάνουελ Καντ ότι η νόησή μας δεν αντλεί τους νόμους της από τη φύση, αλλά αντιθέτως ξέρει πώς να τους επιβάλλει στη δεδομένη τοπιογραφία. Το παιχνίδι των ορισμών, των μεταφορών και των συνειρμών καθίσταται σταδιακά η περιώνυμη τάξη του υποκειμένου. Το σπιτάκι τού εγώ. Είναι ο χώρος που κινείται με άνεση η αυθεντική αισθητική πράξη. Κι από την άλλη πλευρά, το δήθεν στατικό τοπίο επιδιώκει να επιβληθεί διακριτικά, νομοτελειακά, ολοκληρωτικά. Σαν την παρτιτούρα που διαβάζει με ασκημένη προσοχή ένας προχωρημένος χρήστης του γιουκαλίλι. Η Σιγκαπούρη, κληρούχος δημιουργικών συνυπάρξεων, συμφιλιώνεται συνεπώς και με την καντιανή μεθοδολογία: μουσική και χώρος είναι εν τέλει όψεις συνάλληλες, αδελφικές, υπάρχουν η μια για την άλλη έως τη συντέλεια του κόσμου. Γιατί κι εδώ να διεκδικούνται πρωτεία; Γιατί η Σιγκαπούρη να μην περιδιαβάζεται, μεταξύ των άλλων, ως να ήταν η Οπερα του Γιουκαλίλι;
Γιώργος Βέης

Tuesday, August 16, 2011

Γιῶργος Βέης: Ἡ σινικὴ αἴγλη τοῦ ἀκαριαίου




Γι­ῶρ­γος Βέ­ης 

Ἡ σι­νι­κὴ αἴ­γλη τοῦ ἀ­κα­ρια­ίου 

Στὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη, ἀν­τὶ  σκέ­των εὐ­χα­ρι­στι­ῶν 

«Κά­νε νὰ φα­νεῖ κα­θα­ρὰ ἡ μι­κρό­τη­τα τοῦ τό­που – ὁ σι­δε­ρέ­νιος καὶ ἀ­δι­α­πέ­ρα­στος κύ­κλος, ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ζω­σμέ­νος. Ἔ­τσι, ἀ­πὸ τὴ μι­κρό­τη­τα τοῦ τό­που θὰ βγοῦν οἱ Με­γά­λες Οὐ­σί­ες».

Δι­ο­νύ­σιος Σο­λω­μός, Στο­χα­σμοί, 9 (1) 

ΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ τῶν ἐ­πι­κo­λυ­ρι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ τῶν λοι­πῶν ἀ­γη­γη­μα­τι­κῶν πο­τα­μῶν, οἱ Κι­νέ­ζοι πέ­ρα­σαν ἀ­πο­φα­σι­στι­κά, ὅ­ταν ὡ­ρί­μα­σαν οἱ ὑ­φο­λο­γι­κὲς συν­θῆ­κες, καὶ στὴν τέ­χνη τῆς τα­χυ­γρα­φῆς. Οἱ μι­κρές, πε­ρί­τε­χνες ἱ­στο­ρί­ες τῶν ἑ­κα­τὸ λέ­ξε­ων ἀ­γα­πή­θη­καν δε­όν­τως στὴν πε­ρί­ο­δο κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἄν­θι­σε ἡ κλα­σι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἡ συλ­λο­γή, φέ­ρ’ εἰ­πεῖν, τῶν Πα­ρά­ξε­νων Ἱ­στο­ρι­ῶν τοῦ Λιά­ο Τζά­ι ἀ­νή­κει, σύμ­φω­να μὲ ἐ­πι­βε­βαι­ω­μέ­νες μαρ­τυ­ρί­ες, στὰ δη­μο­φι­λέ­στε­ρα ἔρ­γα τῆς δυ­να­στεί­ας τῶν Τσίνγκ. Ἡ προ­σή­λω­ση στὸ βρα­χὺ τῆς δί­ση­μης συ­νή­θως ἔκ­φρα­σης, ὁ αὐ­το­εγ­κλει­σμὸς τῆς σκέ­ψης στὸ σπυ­ρὶ τοῦ ρυ­ζιοῦ ἢ ἡ συγ­κέν­τρω­ση τοῦ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νου γλύ­πτη στὸ κα­ρύ­δι, στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ὁ­ποί­ου μπο­ρεῖ νὰ σκα­λί­σει δε­κά­δες εὐ­δι­ά­κρι­τα κε­φά­λια κα­λο­γέ­ρων, ἀ­νή­κουν στοὺς κοι­νοὺς τό­πους τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς ἐ­κλέ­πτυν­σης. Ἡ μι­νι­μα­λι­στι­κὴ ἔκ­φρα­ση, ὄ­χι ὡς πλή­ρης ἀ­πόρ­ρι­ψη τοῦ πε­ριτ­τοῦ, ἀλ­λὰ ὡς κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὴ ὑ­πο­γράμ­μι­ση τοῦ ση­μαί­νον­τος, συ­νι­στᾶ ἀ­σφα­λῶς κι αὐ­τὴ γο­νι­δια­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της σι­νι­κῆς τέ­χνης. Ὁ θε­με­λι­ώ­δης κόκ­κος τῆς δη­μι­ουργί­ας τεκ­μαί­ρε­ται ὡς ἐκ τῶν πραγ­μά­των ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ ἀ­κό­μη ἑ­στί­α ὑ­φο­λο­γι­κῶν πραγ­μα­τώ­σε­ων, ὅ­που δο­κι­μά­ζον­ται οἱ μά­στο­ρες στὰ εἴ­δη τους. Στὴν ἐν θερ­μῷ πα­ρα­τή­ρη­ση τοῦ Φρίν­τριχ Νί­τσε, ὅ­πως κα­τα­γρά­φε­ται στὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κό του ἔρ­γο Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ κα­λὸ καὶ τὸ κα­κό(2), δη­λα­δὴ «σὲ τί πα­ρά­ξε­νη ἁ­πλού­στευ­ση καὶ πα­ρα­ποί­η­ση ζεῖ ὁ ἄν­θρω­πος», θὰ ἰ­σχυ­ρι­ζό­μουν ὅ­τι ἡ ἰ­δι­ό­τυ­πη ἐν προ­κει­μέ­νῳ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ μορ­φὴ τῶν Κι­νέ­ζων ἀ­να­λαμ­βά­νει τὴν εὐ­θύ­νη νὰ δι­ευ­ρύ­νει μὲ τὰ δι­κά της ἀ­φο­πλι­στι­κὰ μέ­σα τὰ δε­δο­μέ­να το­πί­α μας, προ­σφέ­ρον­τας, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, κλει­διὰ ἑρ­μη­νεί­ας ἑ­νὸς μέ­ρους τῶν φαι­νο­μέ­νων. Κα­τὰ τρό­πο συ­νο­πτι­κό, δρα­στι­κὸ καί, τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, πα­νεύ­κο­λο στὴν ἀ­πο­μνη­μό­νευ­ση, τὸ ἐ­λά­χι­στο ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο κα­θί­στα­ται ἐμ­μέ­σως σὺν-ζω­ή. Ἡ ἁ­πλού­στευ­ση βε­βαί­ως δι­εκ­δι­κεῖ ἐ­δῶ σὺν τοῖς ἄλ­λοις, πά­σῃ θυ­σί­ᾳ, τὴν (ὅ­ποι­α) λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀ­λή­θεια.
       Ἀν­τι­πα­ρα­βάλ­λω μα­ζὶ μὲ τὸν Γ. Σό­μερ­σετ Μὸμ ὁ­ρι­σμέ­νες συ­να­φεῖς συμ­πε­ρι­φο­ρές, οἱ ὁ­ποῖ­ες μὲ τὴ σει­ρά τους θὰ ὑ­πο­νο­μεύ­ον­ται πάν­τα ἀ­πὸ τὴ δε­δη­λω­μέ­νη, τὴν ἐμ­πράγ­μα­τη σο­φί­α τῶν ἐ­πω­νύ­μων ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν ἢ καὶ τῶν αὐ­το­σχέ­δι­ων ἐ­πι­γραμ­μα­το­ποι­ῶν αὐ­τῆς τῆς μο­να­δι­κῆς καὶ στὴν αἰ­σθη­τι­κὴ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά της χώ­ρας. Οἱ πα­ρε­ξη­γή­σεις δι­α­λύ­ον­ται μό­λις κα­νεὶς ἀν­τι­λη­φθεῖ τὸ εὖ­ρος, τὶς ἐμ­φα­νέ­στα­τες ποι­κι­λί­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες χα­ρα­κτη­ρί­ζουν ἐξ ὑ­παρ­χῆς τὶς σι­νι­κὲς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς ἐμ­πε­δώ­σεις. Πα­ρα­θέ­τω τὰ ἑ­ξῆς γιὰ τὶς ἀ­νάγ­κες τῆς ἐ­πο­πτι­κῆς στιγ­μῆς: «Ἡ Κί­τι εἶ­χε τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι, ὑ­πο­συ­νεί­δη­τα ἴ­σως, εἶ­χε υἱ­ο­θε­τή­σει τὴν κι­νε­ζι­κὴ ἄ­πο­ψη ὅ­τι οἱ Εὐ­ρω­παῖ­οι εἶ­ναι βάρ­βα­ροι καὶ ἡ ζω­ή τους σκέ­τος πα­ρα­λο­γι­σμός· μό­νο στὴ ζω­ὴ στὴν Κί­να μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­κρί­νει ἕ­νας λο­γι­κὸς ἄν­θρω­πος μιὰ κά­ποι­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Αὐ­τὸ σή­κω­νε σκέ­ψη: ἡ Κί­τι ἄ­κου­γε μο­νί­μως γιὰ τοὺς Κι­νέ­ζους ὅ­τι ἦ­ταν πα­ρακ­μια­κοί, βρο­μι­ά­ρη­δες καὶ ἀ­πε­ρί­γρα­πτοι. Σὰν νά ’­χε ξαφ­νι­κὰ ση­κω­θεῖ γιὰ λί­γο μιὰ κουρ­τί­να καὶ νά ’­βλε­πε τὸν κό­σμο πλου­τι­σμέ­νο μ’ ἕ­να χρῶ­μα κι ἕ­να νό­η­μα ποὺ δὲν εἶ­χε φαν­τα­στεῖ.­»(3)
       Συγ­κρα­τῶ ὅ­τι στὶς ἡ­μέ­ρες μας ἀν­θεῖ καὶ ἡ πα­ραλ­λα­γὴ τῶν «μι­κρο-μυ­θι­στο­ρη­μά­των», τῶν λε­γο­μέ­νων «h­i­nt-f­i­c­t­i­on», τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­τε­λοῦν­ται ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα λέ­ξεις τὸ πο­λύ. Ὅ­σες δη­λα­δὴ φτά­νουν γιὰ νὰ χω­ρέ­σουν σὲ δύ­ο μό­λις μη­νύ­μα­τα τῶν κι­νη­τῶν τη­λε­φώ­νων. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ οἱ Κι­νέ­ζοι τὰ προ­ω­θοῦν συ­στη­μα­τι­κὰ στὴν ἀ­να­γνω­στι­κὴ ἐν­δο­χώ­ρα τῆς ἀ­χα­νοῦς πρώ­ην αὐ­το­κρα­το­ρί­ας τους. Πολ­λὲς φο­ρὲς συ­νο­δεύ­ον­ται ἀ­πὸ εὔ­στο­χα σχό­λια τῶν ἀ­να­γνω­στῶν. Τὸ ἕ­να φέρ­νει στὸ ἄλ­λο. Ἡ δι­α­λε­κτι­κὴ τά­ξη συγ­κρα­τεῖ τὸ νό­η­μα, ἀλ­λὰ καὶ τὸ ἐ­παυ­ξά­νει ταυ­το­χρό­νως. Τὸ αἴ­σθη­μα ἐν τέ­λει ὅ­τι γρά­φε­ται ἀ­πὸ κοι­νοῦ τὸ ἕ­να καὶ μό­νον βι­βλί­ο τοῦ κό­σμου, ὅ­πως συ­χνὰ ὑ­πο­γράμ­μι­ζε ὁ Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες, ἀ­νι­χνεύ­ε­ται εὔ­κο­λα στὴν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση. Τὸ δι­ά­λυ­μα, ὁ κερ­μα­τι­σμὸς τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ἐ­γὼ σὲ ἕ­ναν κυ­κε­ώ­να ἐκ­δο­χῶν εἶ­ναι ἐν­δε­χο­μέ­νως τὸ ἀ­πώ­τε­ρο, πι­θα­νῶς ἀ­σύ­νει­δο, αἴ­τη­μα εἴ­τε τῶν ἀ­γνώ­στων, εἴ­τε τῶν ἐ­πω­νύ­μων ἢ ἑ­τε­ρω­νύ­μων συγ­γρα­φέ­ων. Ἐ­δῶ θὰ πα­ρα­βά­λω τὴν κρί­ση τοῦ Ζὸρζ Μπα­τά­ιγ: «Τὸ θε­μέ­λιο μιᾶς σκέ­ψης εἶ­ναι ἡ σκέ­ψη τοῦ ἄλ­λου, ἡ σκέ­ψη εἶ­ναι τὸ τοῦ­βλο ποὺ τσι­μεν­τά­ρε­ται μέ­σα σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο»­(4). Οἱ δι­η­γη­τι­κὲς ἐκ­δο­χὲς ὅ­λων αὐ­τῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­ναι στὴν οὐ­σί­α κατ΄ εὐ­θεί­αν γραμ­μὴ ἀ­πό­γο­νοι τῶν χρη­στῶν μιᾶς ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­παι­τη­τι­κῆς τε­χνι­κῆς, ποι­κίλ­λουν ἀ­σφα­λῶς σὲ βαθ­μοὺς τῆς ρη­μα­τι­κῆς ἔν­τα­σης, τῆς δι­ε­ξο­δι­κῆς λύ­σης τοῦ τα­χυ­δρά­μα­τος καὶ τῆς δι­δα­κτι­κῆς ἰ­δί­ως προ­ο­πτι­κῆς, κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο, ὅ­πως ἔ­χει κα­τα­δει­χτεῖ ἀ­πὸ πολ­λοὺς ἐ­ρευ­νη­τές, συ­νέ­χει τὴν κι­νε­ζι­κὴ τε­χνο­τρο­πί­α στὸ σύ­νο­λό της. Ὅ­πως ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὁ Μι­σὲλ Φου­κώ, ἀ­να­φε­ρό­με­νος στὶς ποι­ό­τη­τες καὶ πο­σό­τη­τες τῶν δυ­να­μι­κῶν λε­κτι­κῶν συν­δυα­σμῶν ἐν γέ­νει, «οἱ πρα­κτι­κὲς λό­γου δὲν εἶ­ναι ἁ­πλὰ καὶ μό­νο τρό­ποι κα­τα­σκευ­ῆς τοῦ λό­γου. Λαμ­βά­νουν σάρ­κα καὶ ὀ­στὰ μέ­σα σὲ σύ­νο­λα τε­χνι­κῶν, σὲ θε­σμούς, σὲ σχή­μα­τα συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς, σὲ τύ­πους με­τά­δο­σης καὶ δι­α­νο­μῆς, σὲ μορ­φὲς παι­δα­γω­γι­κῆς ποὺ ταυ­τό­χρο­να τὶς ἐ­πι­βάλ­λουν καὶ τὶς ὑ­πο­στη­ρί­ζουν»(5). Μὲ δε­δο­μέ­νη λοι­πὸν τὴν ἐν­το­πι­ό­τη­τα τῆς συν­το­μό­τα­της ἔκ­φαν­σης, ὀ­φεί­λει νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει κα­νεὶς τὴν ἀ­δι­ά­πτω­τη καλ­λι­έρ­γεια τοῦ ἐ­λά­χι­στου λε­κτι­κοῦ μορ­φώ­μα­τος ὡς ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴν ἰ­δι­ο­προ­σω­πί­α τοῦ σι­νι­κοῦ κα­τα­πι­στεύ­μα­τος. Ὄ­χι, γιὰ νὰ τὸ δι­α­τυ­πώ­σω δι­α­φο­ρε­τι­κά, ὡς ἐν­δε­χό­με­νο φό­ρο ὑ­πο­τε­λεί­ας στὴν παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νη σύγ­χυ­ση τῆς τα­χύ­τη­τας, ἀλ­λὰ ὡς συ­νει­δη­τὸ ἀ­ξια­κὸ δεί­κτη τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου πο­λι­τι­σμι­κοῦ γί­γνε­σθαι. Ἡ δό­κι­μη στιγ­μή, τὸ σπέρ­μα τῆς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ἐ­κλύ­ει ἐκ προ­οι­μί­ου, πάν­τα στὶς εὐ­τυ­χέ­στε­ρες, ἐν­νο­εῖ­ται, τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων, μιὰ τέ­τοι­α ἔν­τα­ση ἐκ­φο­ρᾶς, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει τὴν εὐ­χέ­ρεια νὰ μνη­μει­ώ­σει ἐν συν­το­μί­ᾳ πά­θη, ὑ­στε­ρί­ες καὶ ἄγ­χη. Νὰ δα­μά­σει κον­το­λο­γίς, σὲ ἕ­να βαθ­μὸ ἔ­στω, τὴν ἔ­κτα­ση τοῦ ἄ­γαν.
       Τὸ πα­ρελ­θὸν τῆς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ἡ ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α τῆς ἔμ­πνευ­σης δι­α­χέ­ε­ται ἀ­νεμ­πό­δι­στη στὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ πα­ρόν, στὶς ὀ­θό­νες τῆς λα­λί­στα­της, παν­το­κρά­τει­ρας κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας, στὶς παν­το­ει­δεῖς ἑ­στί­ες τῶν πλη­ρο­φο­ρια­κῶν δι­κτύ­ων. Σὰν νὰ μὴν ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει οἱ ταυ­τό­τη­τες τοῦ χρό­νου ἀ­πὸ τὴν προ­α­να­φε­ρό­με­νη δυ­να­στεί­α τῶν Τσίνγκ. Ναί, τὸ ἐ­πι­και­ρο­ποι­η­μέ­νο σκη­νι­κὸ τοῦ βί­ου σή­με­ρα δη­λώ­νει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, πι­στό­τη­τα συμ­πε­ρι­φο­ρῶν σὲ βά­θος ἑ­κα­τον­τα­ε­τι­ῶν. Ἡ κί­νη­ση εἶ­ναι φαι­νο­μέ­νη ἀ­πὸ τὴ σκο­πιὰ τοῦ γραμ­μα­το­λό­γου. Ἐξ οὗ καὶ τὸ πα­ρά­δο­ξον τοῦ ἰ­σχυ­ρι­σμοῦ ἑ­νὸς ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νου ἡ­με­τέ­ρου: «ἡ Ἀ­να­το­λὴ εἶ­ναι ἕ­να σταυ­ρο­δρό­μι. Περ­νοῦν τὰ πάν­τα ἀ­π’ αὐ­τήν. Θρη­σκεῖ­ες, στρα­τεύ­μα­τα, αὐ­το­κρα­το­ρί­ες, ἀ­γα­θά, χω­ρὶς κατ΄οὐ­σί­αν νὰ κι­νεῖ­ται τί­πο­τα». Ἡ ἀ­πο­τί­μη­ση ἀ­νή­κει στὸν Ντὲ Γκώλ, ὅ­πως ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται, τὸ 1930, σὲ μιὰ ἐ­πι­στο­λή του ἀ­πὸ τὴ Βη­ρυ­τὸ πρὸς ἕ­ναν φί­λο του. Ἔ­χον­τας ζή­σει καὶ ἐρ­γα­στεῖ κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα ὀ­κτὼ χρό­νια στὴν Κί­να, μοι­ρα­σμέ­να με­τα­ξὺ Πε­κί­νου καὶ Χὸνγκ Κόνγκ, ἔ­μα­θα νὰ ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι τὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ὡς τμῆ­μα ἑ­νὸς τε­ρά­στιου πα­λιμ­ψή­στου, πα­ρὰ ὡς τη­λε­ο­πτι­κὴ εἴ­δη­ση ἢ φευ­γα­λέ­ο ἐξ ἀ­νάγ­κης πέ­ρα­σμα πά­νω ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­φά­νει­ες τῶν ὑ­πο­λοί­πων ὀ­πτι­κῶν ση­μά­των. Συμ­πε­ραί­νω ὅ­τι τὸ και­νο­φα­νὲς τῆς σή­με­ρον ἦ­ταν ἴ­σως ὁ κώ­δι­κας ἑ­νὸς θραύ­σμα­τος τοῦ θαμ­ποῦ σι­νι­κοῦ πα­ρελ­θόν­τος ἢ τὸ σι­νιά­λο ἑ­νὸς λο­γί­ου τῆς αὐ­το­κρα­το­ρι­κῆς αὐ­λῆς, ἀ­γνώ­στου στοὺς πολ­λοὺς ἀλ­λὰ ὄ­χι στοὺς δι­α­πρε­πεῖς εἰ­δή­μο­νες τοῦ χώ­ρου.
       Ἂς ἐ­πι­ση­μά­νω ἐ­πί­σης ὅ­τι σὲ ἄλ­λες πά­λι πε­ρι­στά­σεις, δε­κά­δες χι­λιά­δων ἀ­να­γνω­στῶν κα­λοῦν­ται νὰ ἀ­να­δεί­ξουν τὸ πλέ­ον εὐ­θύ­βο­λο ἀ­πο­τύ­πω­μα αὐ­τῆς τῆς κα­τη­γο­ρί­ας. Στοὺς δη­μο­φι­λεῖς δι­α­γω­νι­σμοὺς συμ­με­τέ­χουν ἀ­κό­μη καὶ ἐ­πι­φα­νεῖς συγ­γρα­φεῖς ἢ δη­μο­σι­ο­γρά­φοι. Ἐ­νί­ο­τε τὰ δι­ά­σπαρ­τα αὐ­τὰ κεί­με­να συγ­κεν­τρώ­νον­ται σὲ ἕ­ναν τό­μο. Ἔ­τσι γρά­φτη­κε ἀ­πὸ 492 κει­με­νί­δια τὸ ἔρ­γο Ὁ ἔ­ρω­τας στὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Βά­ι Μπό. Στὸ δι­α­δί­κτυ­ο ἔ­χει μά­λι­στα ἀ­ναρ­τη­θεῖ καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἄ­σε με μό­νο: μιὰ ἱ­στο­ρία τοῦ Τσὲνγκ Ντού τοῦ M­u­r­o­ng X­u­e­c­un, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιος, τὸ 2008, γιὰ τὴν πε­ρι­ώ­νυ­μη λο­γο­τε­χνι­κὴ δι­ά­κρι­ση «M­an A­s­i­an L­i­t­e­r­a­ry P­r­i­ze». Ὑ­πάρ­χει ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα, ὅ­πως συ­χνὰ συμ­βαί­νει κα­τὰ κα­νό­να σὲ ὅ­λες τὶς ὑ­πε­ραι­ω­νό­βι­ες σχο­λὲς σκέ­ψης, καὶ ἡ ἐ­ναν­τι­ω­μα­τι­κὴ ἄ­πο­ψη. Ὁ κα­θη­γη­τὴς Mo Hu­a­i­qi Ch­ong­qing τοῦ N­o­r­m­al U­n­i­v­e­r­s­i­ty πι­στεύ­ει ὅ­τι τὰ λι­λι­πού­τεια αὐ­τὰ κεί­με­να συ­νι­στοῦν αὐ­θεν­τι­κὰ προ­ϊ­όν­τα της ἐ­πο­χῆς τῶν παμ­φά­γων τα­χυ­φα­γεί­ων. Το­νί­ζει δὲ ὅ­τι γρή­γο­ρα θὰ ξε­πε­ρα­στοῦν ἀ­πὸ τοὺς νο­ή­μο­νες, ἀ­παυ­δι­σμέ­νους ἀ­να­γνῶ­στες, ἀ­φοῦ πρό­κει­ται ἁ­πλῶς γιὰ εὐ­και­ρια­κὰ παι­χνί­δια μὲ τὶς λέ­ξεις. Ὁ Mu­rong Xu­e­cun συ­νη­γο­ρών­τας τρό­πον τι­νά, φρο­νεῖ ὅ­τι οἱ δη­μο­φι­λέ­στε­ρες μυ­θι­στο­ρί­ες στοὺς κόλ­πους τῶν Κι­νέ­ζων πα­ρα­μέ­νουν στα­θε­ρὰ αὐ­τὲς τῶν ἑ­κα­τὸ χι­λιά­δων λέ­ξε­ων ἡ κά­θε μιά. Ἄλ­λοι πά­λι πι­στεύ­ουν ὅ­τι τὰ σύγ­χρο­να «μι­κρο-μυ­θι­στο­ρή­μα­τα» ἔ­χουν μέλ­λον, καὶ μά­λι­στα λαμ­πρό, δι­ό­τι ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τους τὴν ὑ­φὴ πα­ρέ­χουν τὴν ὑ­πο­λο­γί­σι­μη δυ­να­τό­τη­τα νὰ προ­σεγ­γί­σουν ἀ­κό­μη καὶ τὰ με­γα­θέ­μα­τα τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μὲ μιὰ μορ­φή, ἡ ὁ­ποί­α ὡς ἐκ τῶν πραγ­μά­των πα­ρα­μέ­νει ἀ­κα­τα­μά­χη­τη.
       Τὰ ση­μεῖ­α τῶν και­ρῶν εὐ­νο­οῦν προ­κλη­τι­κὰ τὰ δρα­στι­κὰ εὔ­πε­πτα σύ­νο­λα, τοὺς ἐ­πι­τυ­χεῖς δη­λα­δὴ λο­γο­τε­χνι­κοὺς με­ζέ­δες σὲ ἀν­τι­δι­α­στο­λὴ μὲ τὰ ἀ­τε­λεύ­τη­τα, μα­κά­ρια δεῖ­πνα τῶν κει­με­νο­αρ­γο­σχό­λων. Ὁ δι­α­κε­κρι­μέ­νος ἐκ­δό­της Λοὺ Τσιμ­πὸ ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται μά­λι­στα ὅ­τι τὸ ὅ­ριο τῶν ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα λέ­ξε­ων, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­βάλ­λε­ται σή­με­ρα, ἀ­ναγ­κά­ζει πράγ­μα­τι τοὺς συγ­γρα­φεῖς νὰ γί­νον­ται ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­κρι­βο­λό­γοι καὶ ἐ­ξον­τω­τι­κὰ σα­φεῖς, ἀ­σκών­τας κα­τὰ πε­ρί­πτω­ση τὸ προ­σω­πι­κό τους ὕ­φος. Ὁ­ρι­σμέ­νοι κα­τα­γί­νον­ται στὴ συγ­γρα­φὴ ἔρ­γων τῶν εἴ­κο­σι μό­νον λέ­ξε­ων, ἐ­πει­δὴ θε­ω­ροῦν τὶς ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα πλε­ο­να­στι­κές. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ Τσὰνγκ Γι­βού, κα­θη­γη­τὴς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας στὸ φη­μι­σμέ­νο Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Πε­κί­νου, δι­ευ­κρί­νι­σε χα­ρι­το­λο­γών­τας, ὅ­τι τὰ «μι­κρο-μυ­θι­στο­ρή­μα­τα» εἶ­ναι «σὰν τὶς φοῦ­στες τῶν γυ­ναι­κῶν, ὅ­σο πιὸ κον­τὲς εἶ­ναι, τό­σο τὸ κα­λύ­τε­ρο γι’ αὐ­τές»­(6). Πι­στεύ­ω ὅ­τι ἡ φι­λο­λο­γί­α πε­ρὶ τὰ πρό­σφο­ρα, να­νο­ει­δὴ ἀ­πο­κτή­μα­τα τῆς γρα­φῆς συμ­βάλ­λει κι αὐ­τὴ ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρά της στὴν ἐκ­πόρ­θη­ση τοῦ σι­νι­κοῦ μη­νύ­μα­τος. Ἔ­στω καὶ ἑ­νὸς μό­νον τε­μα­χί­ου του. Πάν­τως, μὲ τὸν τρό­πο τῆς κα­θο­λι­κῆς γνω­σι­ο­λο­γι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας, τὴν ὁ­ποί­α προ­τεί­νει ἡ δι­ε­ξο­δι­κὴ πάν­τα Μαρ­γκε­ρὶτ Γι­ουρ­σε­νάρ, τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα ἀ­πο­κτᾶ πρό­σθε­τη γο­η­τεί­α. Πα­ρα­βάλ­λε­ται ἐν­δε­χο­μέ­νως μὲ τα­ξί­δι – ὁ­ρια­κὸ δι­α­κύ­βευ­μα στὶς ἐ­σχα­τι­ὲς τοῦ ἐξ ἀν­τι­κει­μέ­νου πραγ­μα­τι­κοῦ. Ἀν­τι­γρά­φω ἐν­δει­κτι­κά το ἑ­ξῆς ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­πὸ τὸ κύ­κνει­ο ἐρ­γό­χει­ρό της Ὁ γύ­ρος τῆς φυ­λα­κῆς: «Τὸ νὰ δεῖς κα­λὰ μιὰ χώ­ρα, ση­μαί­νει νὰ ἐ­πι­χει­ρή­σεις νὰ τὴ γνω­ρί­σεις, καὶ ὣς ἕ­να βαθ­μὸ νὰ τὴν κά­νεις δι­κή σου, στὸ πα­ρὸν καὶ τὸ πα­ρελ­θόν της, νὰ προ­σπα­θή­σεις νὰ δεῖς τε­λι­κὰ τί ση­μαί­νει γιὰ ΄κεί­νους ποὺ ζοῦν σ΄αὐ­τήν. Πο­λὺ λί­γοι ἄν­θρω­ποι ἐν­δι­α­τρί­βουν σὲ ὅ­λα αὐ­τά».(7) 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

(1) Στὸ πρω­τό­τυ­πο: «F­a’ u­s­c­ir n­e­t­ta la p­i­c­c­o­l­e­z­za d­el l­u­o­go – il c­i­r­c­o­lo f­e­r­r­eo ed i­m­p­e­n­e­t­r­a­b­i­le o­n­de fu c­i­n­to. C­o­si d­a­l­la p­i­c­c­o­l­e­z­za d­el l­u­o­go u­s­c­i­r­a­n­no le g­r­a­n­di S­o­s­t­a­n­ze.» Με­τά­φρα­ση: Γι­ῶρ­γος Βε­λου­δῆς, ἐκ­δό­σεις «Πε­ρί­πλους», 1977.

(2) Με­τά­φρα­ση: Ζή­σης Σα­ρί­κας, ἐκ­δό­σεις «Πα­νο­πτι­κόν», 2010.

(3)Τὸ βαμ­μέ­νο πέ­πλο, με­τά­φρα­ση: Τρι­σεύ­γε­νη Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου, ἐκ­δό­σεις «Με­ταίχ­μιο», 2008.

(4) Ἡ θε­ω­ρί­α τῆς θρη­σκεί­ας, με­τά­φρα­ση: Κώ­στας Κου­ρε­μέ­νος, ἐκ­δό­σεις «ὕ­ψι­λον», 1982.

(5) La v­o­l­o­n­te de s­a­v­o­ir, 1971, Ἐ­πι­λο­γὴ ἀ­πὸ τὰ D­i­ts et e­c­r­i­ts, εἰ­σα­γω­γὴ-ἐ­πι­λο­γὴ- με­τά­φρα­ση: Θα­νά­σης Λά­γιος, ἐκ­δό­σεις «στιγ­μή», 2011.

(6) Ho Ai Li, «O­ne – t­w­e­et n­o­v­e­l­s’, h­i­nt f­i­c­t­i­on t­a­ke o­ff in C­h­i­na», A­nn/T­he S­t­r­a­i­ts Times / The Jakarta Post, 8 Ἰουνίου 2011, ὅπου καὶ ἄλλα στοιχεῖα ἀπὸ τὴν τρέχουσα  ἐπικαιρότητα τῶν μικρομυθιστορημάτων.

(7) Μετάφραση: Νίκος Δομαζάκης, ἐκδόσεις «Χατζηνικολῆ», 2009.

  

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. 

Γιῶργος Βέης (Ἀθήνα, 1955). Ποί­η­ση, τα­ξι­δι­ω­τι­κό. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­πλω­μά­της (τώ­ρα πρέ­σβης τῆς Ἑλ­λά­δος στὴν Τζα­κάρ­τα τῆς Ἰν­δο­νη­σί­ας). Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Φόρ­μες καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα, 1970-1973 (Κοῦ­ρος, 1974). Τε­λευ­ταῖ­ο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο Με­τά­ξι στὸν κῆ­πο (Ὕ­ψι­λον, 2010), τε­λευ­ταῖ­ο τα­ξι­δι­ω­τι­κὸ Μαν­χά­ταν-Μπαν­γκόκ. Μαρ­τυ­ρί­ες, με­τα­βά­σεις (Κέ­δρος, 2011).

wibiya widget